Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Οσυμανδύας









Διόδωρος Σικελιώτης (80 - 20π.Χ.)



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΒΙΒΛΟΣ ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

47. Δέκα στάδια από τους πρώτους τάφους όπου σύμφωνα με την παράδοση έχουν ταφεί οι παλλακίδες του Δία, υπήρχε, λέει, το μνήμα του βασιλιά που ονομάστηκε Οσυμανδύας. Στην είσοδο του υπάρχει πυλώνας από χρωματιστή πέτρα, με μήκος δυο πλέθρα και ύψος σαραντα-πέντε πήχεις. Περνώντας τον πυλώνα υπάρχει πέτρινο τετράγωνο περίστυλο, με πλευρά τέσσερα πλέθρα, που στηρίζεται, αντί σε κίονες, σε μονόλιθες μορφές, δεκάξι πήχεις η καθεμιά, δουλεμένες με την αρχαία τεχνοτροπία. Η οροφή ολόκληρη είναι μονόλιθη με πλάτος δυο οργιές, διακοσμημένη με αστέρια σε κυανό φόντο. Μετά το περίστυλο, υπάρχει κι άλλη είσοδος και πυλώνας παρόμοιος με τον πρώτο, εκτός από τα σκαλίσματα που είναι περισσότερα. Πλάι στην είσοδο βρίσκονται τρεις ανδριάντες όλοι από μαύρη πέτρα της Συήνης, εκ των οποίων ο ένας, ο καθιστός, ξεπερνάει σε μέγεθος όλα τα αγάλματα της Αιγύπτου. Αν μετρήσεις το πόδι του, είναι παραπάνω από επτά πήχεις. Τα δυο άλλα αγάλματα στα γόνατα του πρώτου, το ένα δεξιά και το άλλο αριστερά, της κόρης και της μάνας του, έχουν μέγεθος μικρότερο από το προαναφερθέν. Τούτο το έργο δεν είναι μόνο αξιοθαύμαστο για το μέγεθος του αλλά κι επειδή είναι δουλεμένο με σπάνια τέχνη και η πέτρα του είναι εξαιρετικής ποιότητας, αφού σε τόσο μεγάλη επιφάνεια δεν παρατηρείται μήτε ρωγμή μήτε ψεγάδι. Πάνω του υπάρχει η επιγραφή «Είμαι ο Οσυμανδύας, ο βασιλεύς των βασιλέων. Αν κάποιος θέλει να μάθει πόσο μεγάλος είμαι και πού βρίσκομαι, ας ξεπεράσει κάποιο από τα έργα μου». Υπάρχει και άλλο άγαλμα, μόνο του, της μητέρας του, είκοσι πήχες μονόλιθος, που φέρει τρία διαδήματα στο κεφάλι για να δείχνουν ότι υπήρξε κόρη, γυναίκα και μητέρα βασιλιά. Μετά τον πυλώνα, είναι ένα περίστυλο πιο αξιόλογο από το πρώτο, όπου υπάρχουν κάθε είδους ανάγλυφες παραστάσεις που απεικονίζουν τον πόλεμο που έκαμε εκείνος ο βασιλιάς εναντίον των αποστατών στα Βάκτρα, κατά των οποίων εκστράτευσε με τετρακόσιες χιλιάδες πεζούς και είκοσι χιλιάδες ιππείς, με τη στρατιά του χωρισμένη σε τέσσερα μέρη, των οποίων αρχηγοί ήταν οι γιοι του βασιλιά. 







48. Στον πρώτο τοίχο απεικονίζεται ο βασιλιάς, κατά την πολιορκία τείχους που το τριγυρίζει ποτάμι, στην πρώτη γραμμή να αγωνίζεται εναντίον αντιπάλων και να συνοδεύεται από ένα λιοντάρι που τον βοηθάει στον πόλεμο και προκαλεί τρόμο. Για την ερμηνεία της παράστασης, άλλοι έλεγαν πως στ' αλήθεια ο βασιλιάς είχε εξημερωμένο λιοντάρι που κινδύνευε μαζί του στις μάχες κι έτρεπε σε φυγή τους αντιπάλους με τη δύναμη του, ενώ άλλοι έλεγαν πως ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς πάρα πολύ γενναίος κι εννοούσε φορτικά να τον εγκωμιάζουν, θέλοντας με την παράσταση του λιονταριού να δηλώσει την τάση της δικής του ψυχής. Στον δεύτερο τοίχο παριστάνονται οι αιχμάλωτοι που πήρε ο βασιλιάς, και μάλιστα χωρίς γεννητικά όργανα και χέρια, πράγμα που ήθελε να δηλώσει ότι ήταν άνανδροι στην ψυχή και δεν είχαν χέρια για να πολεμούν στις μάχες. Ο τρίτος τοίχος φέρει κάθε είδους ανάγλυφα κι εξαίρετες ζωγραφιές, που παριστάνουν θυσίες βοδιών από τον βασιλιά κι έναν θρίαμβο με την επιστροφή του από τον πόλεμο. Στο κέντρο τώρα του περίστυλου, βρίσκεται υπαίθριος βωμός χτισμένος από την ωραιότερη πέτρα, εξαιρετικός για τη δουλειά του και θαυμαστός για το μέγεθος του. Στον τελευταίο τοίχο υπάρχουν δυο μονόλιθοι ανδριάντες καθήμενοι, με ύψος είκοσι επτά πήχεις ο καθένας, πλάι στους οποίους έχουν κατασκευαστεί τρεις είσοδοι από το περίστυλο, που οδηγούν σε χώρο υπόστυλο, κατασκευασμένο σαν ωδείο, με μήκος κάθε πλευράς δύο πλέθρα. Εδώ βρίσκεται πλήθος ξύλινων ανδριάντων που παριστάνουν ανθρώπους που δικάζονται κι έχουν τα μάτια στραμμένα στους κριτές. Αυτοί παριστάνονται σ' έναν από τους τοίχους, τριάντα συνολικά, χωρίς χέρια, ενώ στο μέσον βρίσκεται ο αρχιδικαστής, με την Αλήθεια κρεμασμένη στον λαιμό του, με μάτια κλειστά, και πλάι του πλήθος βιβλία. Εικόνες που σημαίνουν πως οι δικαστές δεν πρέπει να δέχονται δώρα και πως ο αρχιδικαστής πρέπει να βλέπει μόνο προς την αλήθεια.








49. Στη συνέχεια υπάρχει περίπατος με πλήθος οικήματα κάθε μορφής, μέσα στα οποία αναπαρίστανται πλήθος φαγώσιμα, τα καλύτερα στο είδος τους. Εδώ επίσης υπάρχουν ανάγλυφα όπου ο βασιλιάς, έγχρωμος, προσφέρει στον θεό χρυσό και ασήμι, που μάζευε απ' όλη την Αίγυπτο κάθε χρόνο από τα μεταλλεία αργύρου και χρυσού' η επιγραφή μάλιστα από κάτω δίνει και το τελικό ποσό, που η αξία του σε άργυρο υπολογίζεται σε τριάντα δύο εκατομμύρια μνες. Στη συνέχεια βρίσκεται η ιερή βιβλιοθήκη που φέρει την επιγραφή «Ψυχής ιατρείον» και ακολουθούν οι ανδριάντες όλων των θεών της Αιγύπτου, καθώς και του βασιλιά που προσφέρει στον καθένα τις προσφορές που του αρμόζουν, θέλοντας μ' αυτό τον τρόπο να αποδείξει στον Όσιρι και στους θεούς του κάτω κόσμου ότι έζησε τη ζωή του με ευσέβεια και δικαιοσύνη απέναντι σε θεούς και ανθρώπους. Δίπλα στη βιβλιοθήκη, χωρισμένη απ' αυτή με μεσότοιχο, έχει χτιστεί πολυτελής αίθουσα με είκοσι ανάκλιντρα τριγύρω, αγάλματα του Δία της Ήρας και του βασιλιά, όπου θεωρείται ότι έχει ταφεί το σώμα του βασιλιά. Γύρω από αυτή, είναι χτισμένες πλήθος αίθουσες με εξαιρετικές ζωγραφιές από όλα τα ζώα που θεωρούνται ιερά στην Αίγυπτο. Η ανοδική πορεία προς τον τάφο περνά μέσα απ' αυτά. Στο τέλος της ανόδου, γύρω από τον τάφο υπάρχει κυκλικός δακτύλιος από χρυσάφι με περιφέρεια τριακόσιες εξήντα πέντε πήχεις και πάχος έναν. Πάνω στον δακτύλιο αναγράφονται οι μέρες του χρόνου, μία για κάθε πήχη, και σε κάθε μέρα η ανατολή και η δύση των άστρων σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, καθώς και η ερμηνεία τους σύμφωνα με τους Αιγυπτίους αστρολόγους. Τούτος ο δακτύλιος λεηλατήθηκε από τον Καμβύση και τους Πέρσες, την εποχή που είχαν κατακτήσει την Αίγυπτο. Τέτοιος ήταν, λένε, ο τάφος του βασιλιά Οσυμανδύα, για τον οποίο θεωρείται πως όχι μόνο ξεπέρασε κατά πολύ τους άλλους στη δαπάνη αλλά και στην καλλιτεχνική δουλειά.









"TA NEA" Δευτέρα 6 Μαρτίου 2000

Αρ. Φύλλου 16685

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ 
ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ
Τα συστατικά της ιδιοφυΐας

(Στον Γκ. Ντ. for the record) 

Χειμωνιάτικο απόγευμα του 1817. Στη μεγάλη βιβλιοθήκη ενός ευχάριστου σπιτιού, που βρίσκεται στις παρυφές της κωμόπολης Μάρλοου, ένας τραπεζίτης από το Λονδίνο, ονόματι Οράτιος Σμιθ, απολαμβάνει ήρεμος το βιβλίο του. Ο οικοδεσπότης του, ένας νεαρός άνδρας, μια εβδομάδα τώρα μελετάει Γίββωνα, Μπούρκχαρντ και τα έργα του Κόμητος Σωσμπέφ ντε Βολνέ· τον έχει γοητεύσει ιδιαίτερα το έργο του τελευταίου «Ερείπια, ή Στοχασμοί πάνω στο Πεπρωμένο των Αυτοκρατοριών» και ανταλλάσσει με τον τραπεζίτη κάποιες συναφείς σκέψεις. Η σύζυγός του κάθεται σιωπηλή πλάι στη φωτιά, διαβάζοντας Τάκιτο. Το πρώτο της μυθιστόρημα βρίσκεται ήδη στον τυπογράφο. Τίτλος του, «Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας».

Ο τραπεζίτης μας διαβάζει Διόδωρο. Σκέφτεται να γράψει ένα στοχαστικό σονέτο: τον έχει εμπνεύσει η περιγραφή ενός ερειπωμένου μνημείου που συνάντησε ανάμεσα στις εκατοντάδες σελίδες του ιστορικού. Πριν από 3.300 χρόνια, περίπου, ο μεγαλύτερος Φαραώ στην ιστορία της Αιγύπτου, ο Ραμσής Β', παρήγγειλε ένα άγαλμα και το έστησε στην πόλη των Θηβών. Είχε ύψος είκοσι μέτρα, ζύγιζε χίλιους τόνους και στη βάση του έφερε την επιγραφή: «Είμαι ο Ούσερ-μα-Ρα, ο Βασιλεύς των Βασιλέων, Κυρίαρχος της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου... Όποιος επιθυμεί να γνωρίσει το μεγαλείο μου, ιδού εγώ, ας προσπαθήσει να υπερβεί όσα έπραξα». 

Εξακόσια χρόνια αργότερα, ο Έλληνας περιηγητής Εκαταίος επισκέφθηκε την Αίγυπτο και φιλοτέχνησε μια περιγραφή του αγάλματος του Ραμσή, προσπαθώντας να είναι όσο ακριβέστερος μπορούσε. Έκανε όμως λάθος στη μεταγραφή του ονόματος. Το Ούσερ-μα-Ρα έγινε Οζυμανδύας ­ μια λέξη πιο οικεία στο ελληνικό αυτί. Το βιβλίο του χάθηκε, αλλά ο Διόδωρος συμπεριέλαβε αυτήν την περιγραφή στην παγκόσμια ιστορία που έγραψε την εποχή του Αυγούστου και η οποία επεκτεινόταν σε σαράντα ολόκληρους τόμους. Η επιγραφή στη βάση του αγάλματος είχε μεταφερθεί ως εξής: «Ο Βασιλεύς των Βασιλέων Οζυμανδύας είμαι εγώ. Όποιος επιθυμεί να γνωρίσει πόσο μεγάλος είμαι και πού κείτομαι, ας υπερβεί τις πράξεις μου, αν μπορεί». 

Έτσι, ενώ ο χειμωνιάτικος ήλιος έδυε, στο αδύναμο φως ενός κεριού, ο λογοτέχνης-τραπεζίτης Οράτιος Σμιθ έγραψε: 

«Στην αμμώδη σιωπή της Αιγύπτου 
στέκει γιγάντιο πόδι που σκορπίζει 
τη μόνη σκιά που η έρημος γνωρίζει». 

Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη στροφή, ο οικοδεσπότης του τον πλησιάζει. Προτείνει να γράψει κι εκείνος ένα σονέτο πάνω στο ίδιο θέμα. Και γράφει: 

«Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία. 
Είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα 
υψώνονται στην έρημο... Κοντά τους, μες στην άμμο 
βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο· τα σκυθρωπά του 
χείλη, πτυχωμένα σ' ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής, 
λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη 
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ' άψυχα ετούτα πράγματα 
το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα 'θρεψε. 
Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται: 
"Οζυμανδίας τ' όνομά μου, ο Βασιλεύς των Βασιλέων, 
κοιτάξτε τα έργα μου. Ισχυροί, κι απελπιστείτε! " 
Άλλο τίποτα δεν μένει. Γύρω από τη φθορά 
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή, 
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά».

Χρειάστηκαν δέκα λεπτά (ή περίπου) για να γράψει ο Σέλλεϋ ένα από τα αριστουργήματα της αγγλικής ποίησης. Είχαν συνδράμει ένας Φαραώ, μια ομάδα ιστορικών, εξερευνητών και περιηγητών και ο λησμονημένος σήμερα Οράτιος Σμιθ. Ιδιοφυΐα σημαίνει, όπως έχει γράψει ένας γνωστός κριτικός, να βρίσκεσαι στον κατάλληλο τόπο τον κατάλληλο χρόνο, έτοιμος να αδράξεις τη στιγμή. Ο Οράτιος Σμιθ και ο Πέρσυ Μπ. Σέλλεϋ έστειλαν τα σονέτα τους σε μια εφημερίδα, η οποία δημοσίευσε και τα δύο. Ο έντιμος και σχολαστικός Σμιθ τιτλοφόρησε το ποίημά του «Πάνω σε ένα επιβλητικό γρανιτένιο πόδι, που ανακαλύφθηκε να ίσταται μόνο στην έρημο της Αιγύπτου, με τη σχετική επιγραφή χαραγμένη στη βάση». Ο Σέλλεϋ ονόμασε το δικό του «Οζυμανδύας». Ιδιοφυΐα ίσως σημαίνει και το να ξέρεις πώς να τιτλοφορήσεις ένα ποίημα. 

Ο Χάρης Βλαβιανός είναι ποιητής και διευθύνει το περιοδικό «Ποίηση».

ΤΑ ΝΕΑ , 06/03/2000 , Σελ.: P06 
Κωδικός άρθρου: A16685P062

................................... 

Αν εξαιρέσουμε αυτά που λέει περί ιδιοφυΐας ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός (τα οποία και δεν αφορούν την εδώ ανάρτηση)  το άρθρο έχει ιστορικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, οφείλαμε να το αντιγράψουμε ολόκληρο.



Το ποίημα του Σέλλεϋ, Ozymandias όπως το απαγγέλει ο Sir Ben Kingsley, [βρετανός ηθοποιός ινδικής καταγωγής, γεννήθηκε με το όνομα Krishna Pandit Bhanji (Gujarati language:કૃષ્ણા પંડિત ભાનજી) στο Snainton του North Yorkshire]. Το παρακάτω video είναι διαφημιστικό spot της Union Bank of Switzerland:




OZYMANDIAS. 

I met a traveller from an antique land Who said: 
Two vast and trunkless legs of stone Stand in the desert...
Near them, on the sand, 
Half sunk, a shattered visage lies, whose frown, 
And wrinkled lip, and sneer of cold command,                                  5 
Tell that its sculptor well those passions read 
Which yet survive, stamped on these lifeless things, 
The hand that mocked them, and the heart that fed: 
And on the pedestal these words appear: 
'My name is Ozymandias, king of kings:                                             10 
Look on my works, ye Mighty, and despair!' 
Nothing beside remains. Round the decay 
Of that colossal wreck, boundless and bare 
The lone and level sands stretch far away. 


NOTE: 


_9 these words appear ] this legend clear B (Αυτή είναι μάλλον μια δεύτερη εκδοχή του Σέλλεϊ για τον στίχο 9) [Πρώτη Δημοσίευση: Hunt , "The Examiner", Ιανουάριος του 1818. Ανατυπώθηκε από "Rosalind and Helen", το 1819. Υπάρχει ένα προσχέδιο μεταξύ των χειρογράφων του Shelley στη βιβλιοθήκη Bodleian. Δείτε Mr. C.D. Locock's "Examination", κ.λπ., 1903, σελ. 46.]


 


1817 draft of Ozymandias. Bodleian Library, Oxford


Όλα τα έργα (στα αγγλικά) του Percy Bysshe Shelley υπάρχουν εδώ:

The Complete Works of Percy Bysshe Shelley 1792-1822

The Complete Works of Percy Bysshe Shelley 1792-1822— Volume 2

The Complete Works of Percy Bysshe Shelley 1792-1822— Volume 3


Αφού ευχαριστήσουμε τη Union Bank of Switzerland και της ευχηθούμε "και στα δικά της", κατ’ αντιστοιχία του ποιήματος, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε την ποιητική «σύμπτωση» που συνδέει το συγκεκριμένο ποίημα με τις τράπεζες. Με τον Οράτιο Σμιθ, τον τραπεζίτη απ’ το Λονδίνο, φίλο του Shelley και την Union Bank of Switzerland, όπου εύχεται στον εαυτό της, μέσω του ποιήματος: «Here Today, Here Tomorrow».  



Σε παρατήρηση που βρήκα σε συζήτηση σχετική με τη μετάφραση του ποιήματος (τόσο για τη μετάφραση του Χάρη Βλαβιανού όσο και άλλων, που μεταφράζουν το mocked του όγδοου στίχου ως «περιγέλασε», «κορόιδεψε» κ.λπ.)  το ρήμα "mock" πιθανότατα δεν έχει τη σημερινή σημασία (περιγελώ, εμπαίζω κ.λπ.): Among the earlier senses of the verb "to mock" is "to fashion an imitation of reality" (as in "a mock-up")
Επομένως ο στίχος μπορεί να σημαίνει «το χέρι που τα εικόνισε» και όχι «το χέρι που τα κορόιδεψε».
Επίσης ολόκληρος ο 8ος στίχος σε σχέση με τους δύο προηγούμενους αποδίδεται από τον Χάρη Βλαβιανό ως εξής:
6.   λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη 7.   που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ' άψυχα ετούτα πράγματα 8.   - το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα 'θρεψε.
Ωστόσο σε αυτή την απόδοση ο στίχος 8 μου φαίνεται νοηματικά ξεκρέμαστος και ασύνδετος με τους υπόλοιπους. Ενδέχεται βέβαια να πέφτω εντελώς έξω. Οποιαδήποτε "φώτιση" επί του θέματoς είναι ευπρόσδεκτη.
Παρατηρούμε  επίσης μια σχετική ομοιοκαταληξία στο αγγλικό πρωτότυπο στους στίχους 1,3 και 5 (land, sand, command) καθώς και στους 2 και 4 (stone, frown) πιο αμυδρά στους 6 και 8 (read, fed), επίσης στους 7 και 10 (things,Kings) στους 9,11,και 13 (appear, despair, bare) και τέλος στους 12 και 14 (decay, away).
Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις και παρά το ότι τα αγγλικά μου περιορίζονται σε ό,τι θυμάμαι απ’ το σχολείο, βοηθούμενος από τις ελληνικές μεταφράσεις που βρήκα καθώς και από λεξικά, ψηφιακά και μη, επιχείρησα, προσπαθώντας να μείνω πιστός στις ανάλογες ομοιοκαταληξίες την παρακάτω «ελεύθερη» απόδοση: 






Οσυμανδύας

Αντάμωσα έναν ταξιδευτή απ’ τους αρχαίους τόπους
Που είπε: Πελώρια, δίχως κορμί, δυο σκέλη πετρωμένα
Υψώνονται στην έρημο…  Στην άμμο, εκεί, κοντά τους,
Μισοθαμμένη κείτεται μορφή θρυμματισμένη - με χείλη ζαρωμένα,                    
Που μέσα απ’ τα  καγχάζοντα, ψυχρά χαμόγελά τους                             5                   
Λεν πως τα πάθη ο γλύπτης τους τα διάβασε καλά
Που ακόμα ζουν στις χαρακιές των άψυχων μαρμάρων,
Το χέρι αφού τα εικόνισε και τα ‘θρεψε η καρδιά.
Στο βάθρο αχνοφαίνεται γραφή ‘ναι χαραγμένη.
'Οσυμανδύας λέγομαι, Ρήγας των Βασιλιάδων.                                       10                 
Δείτε τα έργα μου Ω! Ισχυροί και νιώστε απελπισμένοι!'
Τίποτα τώρα πια δεν απομένει. Ολόγυρ' από τη φθορά 
Γιγάντιων ερειπίων, γυμνή και ξαπλωμένη, 
Η άμμος, μόνη, ατέλειωτη ως πέρα μακριά.



Στους στίχους 1, 3 και 5 στη θέση των ομοιοκατάληκτων λέξεων land, sand και command, μπήκαν οι ομοιοκατάληκτες φράσεις  τόπους, κοντά τους, χαμόγελά τους. Στους στίχους 2 και 4 στη θέση των stone και frown, οι λέξεις πετρωμένα και ζαρωμένα. Στους στίχους 6 και 8 στη θέση των read και fed οι λέξεις καλά και καρδιά. Στους στίχους  7 και 10 στη θέση των things και Kings, οι λέξεις μαρμάρων και Βασιλιάδων. Στους στίχους  9, 11 και 13 στη θέση των appear, despair και bare οι λέξεις χαραγμένη, απελπισμένοι, ξαπλωμένη, και τέλος στους στίχους 12 και 14 στη θέση των decay και away οι λέξεις φθορά και μακριά. Οποιαδήποτε παρατήρηση και πρόταση ευπρόσδεκτη. 



William Ordway Partridge (1861–1930) Αμερικάνος γλύπτης


 


 Percy Bysshe Shelley

                                           

  Πέρσι Σέλλεϋ (1792-1822)

                                            


Γεννήθηκε το 1792 στο Φηλντ Πλέις κοντά στο Χόρσαμ του Σάσεξ και βρήκε το θάνατο από πνιγμό στη θάλασσα στα ανοικτά του Λιβόρνο το 1822 σε ηλικία 30 ετών. Δεύτερη σύζυγός του ήταν η γνωστή συγγραφέας Μαίρη Σέλλεϋ. Ήταν πρωτότοκος γιος του βαρωνέτου από το 1815 Τίμοθυ Σέλλεϋ, ο οποίος ήταν ένας από τους πλουσιότερους γαιοκτήμονες. Από το 1804 ως το 1808 σπούδασε στο Ήτον και τον Οκτώβριο του 1810 άρχισε να φοιτά στο Γιουνιβέρσιτυ Κόλλετζ της Οξφόρδης όπου συνδέθηκε με στενή φιλία με έναν συμφοιτητή του και μετέπειτα βιογράφο του, τον Τόμας Τζέφερσον Χογκ. Διακρίνονταν και οι δύο για την εκκεντρικότητα τους και συμμερίζονταν τους ίδιους ενθουσιασμούς. Ένιωθαν ευτυχισμένοι με τις σπουδές τους και υπήρξε για αυτούς μεγάλο πλήγμα η αποβολή τους από το κολλέγιο όταν επέδειξαν απείθεια αρνούμενοι να απολογηθούν για ένα φυλλάδιο τους με τίτλο : "Η αναγκαιότητα του Αθεϊσμού" (The Necessity of Atheism), το οποίο έστειλαν σε επισκόπους, αρχιεπισκόπους και διευθυντές κολλεγίων.
Ο πρώτος του γάμος ήταν με τη Χάριετ Γουέστμπροουκ και έγινε στο Εδιμβούργο στις 29 Αυγούστου 1811 με την οποία απέκτησαν μια κόρη, την Ιάνθη, και έναν γιο τον Τσαρλς Μπυς. Τον Μάιο του 1814 και ενώ ο πρώτος του γάμος καρκινοβατούσε, ο Σέλλεϋ γνώρισε την κόρη του πνευματικού του μέντορα, φιλοσόφου Γουίλιαμ Γκόντγουιν, Μαίρη Γκόντγουιν (μετέπειτα Σέλλεϋ) με την οποία κατέφυγε για ένα εξάμηνο στην Ελβετία και Γαλλία και μετά από πολλές δυσκολίες και περιπέτειες ξεκίνησαν να ζουν μαζί από το 1815. Αξίζει να σημειωθεί πως το παράνομο ζεύγος συνοδευόταν από τη δεύτερη γυναίκα του Γκόντγουιν Κλαίρ Κλαίρμοντ ενώ ο Πέρσι την ίδια εποχή με επιστολές του, καλούσε την Χάριετ να αποτελέσουν μαζί με τη Μαίρη μια "συντροφιά αγάπης". Την ίδια εποχή κατάφερε να ξεπληρώσει τα χρέη του από κληρονομιά που του άφησε ο παππούς του Σερ Μπυς Σέλλεϋ. Στα 1816 αφού απέκτησε με την Μαίρη έναν γιό με το όνομα Ουίλιαμ (πέθανε τριών ετών) μετακόμισε σε μια εξοχική κατοικία στην Γενεύη όπου γνώρισε τον Λόρδο Βύρωνα με τον οποίο θα αναπτύξουν μια βαθιά και μακρόχρονη φιλία με περιπλοκές, όπως το γεγονός ότι η Κλαίρη Κλαίρμοντ (δεύτερη γυναίκα του πεθερού του) γέννησε την Αλέγκρα, κόρη του Λόρδου Βύρωνα. Την ίδια χρονιά (1816) αυτοκτονεί η επίσημη σύζυγός του Χάριετ, γεγονός που τον συγκλονίζει, όμως 15 ημέρες μετά νυμφεύεται τη Μαίρη. Την ίδια εποχή έχει αναπτύξει φιλία με τον Τζέημς Χένρυ Λη Χαντ ο οποίος θα τον στηρίξει σημαντικά, ως ποιητή. Την επόμενη χρονιά (1817) θα αποκτήσει το δεύτερο παιδί με την Μαίρη, την Κλάρα (πεθαίνει την ίδια χρονιά) ενώ αργότερα (1820) θα αποκτήσει και τρίτο παιδί τον Πέρσυ Φλόρενς (το μόνο παιδί που επιζεί).
Κυρίως για λόγους υγείας, ο Πέρσι θα αρχίσει ένα οδοιπορικό στις πόλεις της σημερινής Ιταλίας ξεκινώντας από τη Ρώμη συνεχίζοντας στη Φλωρεντία και καταλήγοντας στην Πίζα, από την οποία εξορμούσε συχνά στο Λιβόρνο και στη Λούκα. Στην Πίζα δημιουργήθηκε ο κύκλος της Πίζας ένα ρεύμα επιφανών Άγγλων, Ιρλανδών, και Ελλήνων (μεταξύ αυτών ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος) και ο Λόρδος Βύρων. Τέλος θα εγκατασταθεί στη βίλα Κάζα Μάνι στο Σαν Τερέντσο απέναντι από το Λέριτσι στον κόλπο της Σπέτσια. Τον Ιούλιο μετέβη με το ιστιοφόρο του που είχε το όνομα Δον Ζουάν, στο Λιβόρνο να υποδεχθεί τον Λη Χαντ, όμως ένα μπουρίνι στην επιστροφή ανέτρεψε το σκάφος του, με αποτέλεσμα να πνιγεί. Η σορός του αποτεφρώθηκε στην παραλία παρουσία του Χαντ, του Μπάυρον και του Τρελώνυ*. Μετά τον θάνατο του η Μαίρη Σέλλεϋ αφιέρωσε την ζωή της στην ταξινόμηση, διατήρηση και έκδοση των έργων του με αρκετά προβλήματα όπως την απαγόρευση της έκδοσης τους από τον πατέρα τού Πέρσι μέχρι το 1839.


Louis Édouard Fournier (1857–1917) Γάλλος ζωγράφος




H Κηδεία του Σέλλεϋ, 1889

* όπως βρήκαμε  στα άρθρα: 

Τρεις άθεοι «φιλέλληνες»: Βύρωνας, Σέλλεϋ, Τρελώνη - Έρωτες, ποίηση, τυχοδιωκτισμός και Επανάσταση - Μέρος 1ο  και  Μέρος 2ο, Του Αναγνώστη Λασκαράτου:

Ο Τρελώνυ πρωτοστάτησε στην πολιτική κηδεία και καύση του Σέλλεϋ στην Ιταλία πλάι στη θάλασσα ύστερα από την δολοφονία του από πειρατές που τον πέρασαν για τον Βύρωνα, όπως συμπέρανε αργότερα ο Τρελώνη, ανατρέποντας την επίσημη άποψη για πνιγμό του από ατύχημα στο φουρτουνιασμένο κόλπο της Σπιέτζας, όπου ταξίδευε με την αγαπημένη σκούνα του τον «Δον Ζουάν» από το Λιβόρνο στο Λερίτσι. Στο τελευταίο είχαν καταλύσει στη ρημαγμένη και σουλουπωμένη από αυτούς παραλιακή βίλλα Magni οι Σέλλεϋ, ο Τρελώνη και η οικογένεια Χαντ κι εκεί δέχονταν και τις επισκέψεις του Βύρωνα. Έθαψε τη στάχτη του στο προτεσταντικό νεκροταφείο της Ρώμης κι όταν ύστερα από πολλά χρόνια, 88χρονος πέθανε στην Αγγλία, τάφηκε κι ο ίδιος δίπλα του έχοντας ζητήσει να γραφτεί στην ταφόπλακα το συγκινητικό επιτύμβιο που ήταν στίχοι του Σέλλεϋ:
«Αυτοί είναι δυο φίλοι με ζωές αχώριστες Τέτοια ας είναι κι η μνήμη τους τώρα που γλίστρησαν Στον τάφο ας μείνουν μαζί τα κόκκαλά τους Γιατί οι δυο καρδιές τους όταν ζούσαν ήταν μία».
 
Ο Τρελώνη που απόσπασε την καρδιά του νεκρού Σέλλεϋ για να τη δώσει στη χήρα του, περιγράφει διεξοδικά τις δραματικές λεπτομέρειες της ταφής που έγινε με ειδική άδεια των αρχών παρουσία φρουράς λόγω της επικίνδυνης για τη δημόσια υγεία διαδικασίας και των πολλών περίεργων θεατών που έσπευσαν επί τόπου. Στο γνωστό πίνακα του Louis Ed.Fournier (1889) οι 3 φίλοι απεικονίζονται από αριστερά: οι Τρελώνη, Χαντ και Βύρων πλάϊ στη νεκρική πυρά και αριστερότερα γονατιστή η χήρα. Οι ανακρίβειες του πίνακα είναι πως η Μαίρη δεν παραβρέθηκε, ο Χαντ κλείστηκε θλιμμένος σε μιαν άμαξα, ο Βύρωνας δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει αλλά ρίχτηκε στη θάλασσα και κολύμπησε μέχρι το καράβι του το «Μπολιβάρ». Χαιρέκακα η χριστιανική φυλλάδα των δεξιών Τόρρυς «The Courier», έγραψε: «Ο Σέλλεϋ, ποιητής κάποιας άπιστης ποίησης πνίγηκε. Τώρα ξέρει αν υπάρχει Θεός». Δεν φανταζόταν ποτέ τη μετέπειτα δόξα του ποιητή που θα τον οδηγούσε να αποκτήσει κάποτε αναμνηστική πλάκα στο Αβαείο του Ουεστμίνστερ πλάι στην πλάκα του επίσης δικαιωμένου τελικά Βύρωνα.

Από τα ίδια άρθρα των οποίων παραπομπές βρίσκονται παραπάνω, του Ιστολογίου Ροΐδη Εμμονές βρίσκουμε επίσης για τον Σέλλεϋ τα εξής:

Δεν ευτύχησε όσο ζούσε να γνωρίσει τη λογοτεχνική αναγνώριση και βίωσε μια ιδιότυπη σχέση με τη γυναίκα του που αν και καλλιεργημένη, δεν μπορούσε να ξεφύγει από τις γυναικείες συμβατικότητες και να παρακολουθήσει τις αγωνίες του άντρα της. Ήταν ο δακτυλοδεικτούμενος στην πατρίδα του Σατανάς κι έτσι το κοινό του παρά τη φήμη του δεν ξεπέρασε όσο αυτός ζούσε τα 50 άτομα. Βρήκε όμως μια τεράστια παγκόσμια μεταθανάτια αναγνώριση. Στα 19 του το έσκασε από το σπίτι του κλέβοντας τη 16χρονη Χάριετ, που αργότερα αφού χώρισε με τον ποιητή αυτοκτόνησε και το δικαστήριο εκδικητικά αρνήθηκε να δώσει τα παιδιά τους στον ποιητή επειδή ήταν γνωστός άθεος. Είχε μετατρέψει το σπίτι όταν ζούσε με τη Χάριετ σε κοινόβιο νέων αναρχικών. Εκεί γνωρίζει τη Μαίρη, τη μικρή κόρη του Γουίλιαμ Γκόντγουιν που κι αυτός και η γυναίκα του ήταν γνωστοί ελευθεριακοί στοχαστές. Ο Πέρσι έχει ήδη από τη Χάριετ μία κόρη, σε λίγο αποκτά και ένα γιο. Ελευθεριακός και επιρρεπής στους πειρασμούς όμως, έρχεται σε πρώτη ερωτική επαφή με τη Μαίρη πάνω στον τάφο της μάνας της (!) και αργότερα φεύγουν το 1814 από την Αγγλία για 6 βδομάδες στην Ελβετία, αφήνοντας τη Χάριετ μόνη και έγκυο. Σύντομα αποκτούν ένα γιό.

Αυτή η τάση για φυγή συνεχίστηκε και οδήγησε δυο χρόνια μετά σε μια ευτυχισμένη για την παγκόσμια λογοτεχνία συνάντηση στις όχθες της λίμνης της Γενεύης στη βίλλα Ντιοντάτι που νοίκιασε ο Βύρωνας. Μαζί του και ο 20χρονος γιατρός του Πολιντόρι, συναισθηματικά ασταθής και μελετητής της υπνοβασίας, που αυτοκτόνησε πολύ νέος με υδροκυάνιο. Εκεί φτάνουν μέσω Γαλλίας ο 24χρονος Σέλλεϋ με τη Μαίρη και με την Κλερ Κλέρμοντ ετεροθαλή αδελφή της Μαίρης και ερωμένη του Βύρωνα που προσπαθεί να επανασυνδεθεί μαζί του […] Κάποια θυελλώδη νύχτα ο Μπάιρον βάζει στοίχημα να γράψει ο καθένας τους μια ιστορία με φαντάσματα, αυτό το λογοτεχνικό είδος που ονομάστηκε «Γοτθικό» και στο οποίο θήτευσε και ο Σέλλεϋ. Έτσι προέκυψε ο περίφημος Φρανκεστάϊν της Μαίρης Σέλλεϋ που της χάρισε την αθανασία, και ο “Βρικόλακάς” του Πολιντόρι που θα είναι η απαρχή μιας βαμπιρικής φιλολογίας πολλών συγγραφέων.

Από τον Βρικόλακα του Πολιντόρι θα εμπνευστεί ο Μπραμ Στόουκερ τον Δράκουλά του.


Η Βίλλα Ντιοντάτι 




Ο Edward John Trelawny (1792-1881) - που αναφέρεται ως βιογράφος, μυθιστοριογράφος και τυχοδιώκτης - παντρεύτηκε την κόρη του Οδυσσέα Ανδρούτσου Ταρσίτσα. Από τον γάμο που δεν κράτησε πολύ γεννήθηκε η Zella Trelawny (1826–1907).  



Friedrich Schilcher  (1811-1881) Αυστριακός ζωγράφος




Portrait of John Edward Trelawny, 1851, Οil on canvas



 Reginald Easton (1807–1893) Βρετανός ζωγράφος




 Μαίρη Σέλλεϋ






Young Lord Byron,1902, Engraving from collected works John Murray/scribners






James Henry Leigh Hunt (1784–1859)
Άγγλος δοκιμιογράφος και ποιητής



.

Mary and Percy Shelley
Engraving by George Stobart after monument by Henry Weeks




5 σχόλια:

  1. ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΑΡΙΣΑΤΕ,
    ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ. ΒΥΘΙΖΟΜΑΙ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χαίρομαι αξιαγάπητε φίλε μου που σ’ άρεσε. Κι εγώ βυθίστηκα. Και να φανταστείς πως ψάχνοντας για τη Μέδουσα, το alter ego της Θεάς Αθηνάς, μια και καταπιανόμουν με αυτό το θέμα, «έπεσα» σε ένα ποίημα του Σέλλεϋ πάνω στην (υποτιθέμενη) Μέδουσα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι της Γκαλερί Ουφίτσι της Φλωρεντίας. Υποτιθέμενη όχι ως Μέδουσα, αλλά ως έργο του Λεονάρντο, το οποίο και τελικώς από τον 20ο αι. και μετά δεν αποδίδεται σε αυτόν αλλά σε κάποιον ανώνυμο φλωρεντινό ζωγράφο. Άλλη ιστορία από κει… τόσο με τον πίνακα του Λεονάρντο, ο οποίος έχει χαθεί, ενώ υπάρχουν μόνο ιστορικές περιγραφές του από τις οποίες λένε πως εμπνεύστηκε ο Καραβάτζιο τη δική του Μέδουσα, όσο και με το ποίημα του Σέλλευ το οποίο εμπνεύστηκε απ’ τον υποτιθέμενο ως πίνακα του Λεονάρντο, (ο οποίος υπάρχει και είναι υπέροχος) όμως είναι μεγάλο (το ποίημα) ελλιπές σε κάποια σημεία του και δεν βρίσκω ούτε λέξη γι’ αυτό στα ελληνικά. Ούτε καν μία αναφορά – πόσο μάλλον μετάφραση. Ψάχνοντας λοιπόν για τη Μέδουσα του Σέλλεϋ, έτυχε να ρουφηχτώ από τη δίνη του Οσυμανδύα.

    Ευτυχώς υπάρχουν άπειρες δίνες και δίνες μέσα στις δίνες κι έτσι το βύθισμά μας δύσκολα θα εξελιχθεί σε πνιγμό. Εκτός αν είναι σαν του Σέλλεϋ… οπότε… είναι ευπρόσδεκτος. (Αναφέρομαι βέβαια στη ζωή και στο πάθος για ζωή κι όχι στη φήμη, την υστεροφημία κ.λπ. – εξάλλου η όποια υστεροφημία υπάρχει λόγω της ζωής και ποτέ δεν υπήρξε ζωή λόγω της υστεροφημίας της)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Βέβαια… τώρα που ξαναδιαβάζω την τελευταία φράση (ποτέ δεν υπήρξε ζωή λόγω της υστεροφημίας της) βλέπω πως είναι ένα σχήμα λόγου – δίνη, που εύκολα μπορεί να σε ρουφήξει. Ιδίως αν έχεις την τάση να ρουφιέσαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Από αλληλογραφία μεταξύ αγαπημένων ανωνύμων αντιγράφω σημεία σχετικά με την απόδοση του στίχου 8.

    Α. Χαίρε αγαπητέ μου,

    Η Αγία Τριάς των αναγκαίων συνθηκών - internet, ησυχία, ζέστη (έχω τη σόμπα αγκαλιά) - είναι παρούσα και έτσι κατάφερα να διαβάσω την ανάρτησή σου[…]

    Ο στίχος 8, τουλάχιστον από την ανάγνωση του αγγλικού κειμένου, αναφέρεται μάλλον στα πάθη του Οσυμανδύα, τα οποία ο γλύπτης διάβασε σωστά (στίχος 6), γι'αυτό και 'ζουν' μέσα από τα άψυχα μάρμαρα ακόμη (κατάφερε να τα αποδώσει πιστά). Κατά συνέπεια, θα συμφωνήσω σε αυτό το σημείο με την απόδοση του Βλαβιανού, παρότι δεν έχω διαβάσει άλλο, σχετικό υλικό γύρω από το ποίημα, παρά μόνον ό,τι αναφέρεται στην ανάρτησή σου - ενδεχομένως μία πιο εκτενής μελέτη να οδηγεί σε διαφορετικό δρόμο. Υπό αυτή την έννοια, η απόδοση του στίχου 8 δεν μου φαίνεται και τόσο ασύνδετη. Όσα είναι χαραγμένα στα άψυχα μάρμαρα αποδεικνύουν ότι ο Οσυμανδύας περιγέλασε τα πάθη τα οποία έθρεψε η καρδιά του, άρα μάλλον ορθά το ρήμα 'mock' εδώ έχει αυτή τη σημασία και όχι αυτή της απόδοσης, απεικόνισης, εικόνισης κλπ. αφού δεν αφορά στο χέρι που εικόνισε τα πάθη του Οσυμανδύα, αλλά στα ίδια τα πάθη και το πώς ο βασιλιάς τα βίωσε. Επιπροσθέτως, αυτή η προσέγγιση θεωρώ ότι ενισχύεται και από τους αρχικούς στίχους, που παρουσιάζουν τον Οσυμανδύα με καγχάζον χαμόγελο (πολύ εύστοχη και ποιητική η επιλογή 'καγχάζοντα') και υπεροχή που προβάλλει τη χλεύη του τρόπον τινά προς όλους τους υπόλοιπους.

    Β. Σε ευχαριστώ […] για το γράμμα σου.

    Δηλαδή, στην εκδοχή αυτή του 8ου στίχου (του Βλαβιανού) και η καρδιά και το χέρι είναι του Οσυμανδύα. Η μεν καρδιά του έθρεψε τα πάθη, το δε χέρι του τα περιγέλασε. Ωστόσο τι σημαίνει «τα περιγέλασε το χέρι»; Εκεί είναι που «κολλάω». Πώς περιγελά ένα χέρι τα πάθη που τρέφει η καρδιά; Γιατί το χέρι και όχι ο νους, η σκέψη ή ύστερη γνώση…; Ενώ στην εκδοχή που υπέθεσα/υιοθέτησα, ο στίχος και πάλι αναφέρεται στα πάθη του Οσυμανδύα, ωστόσο το χέρι είναι του γλύπτη που εικόνισε τα πάθη, και η καρδιά του Οσυμανδύα που τα έθρεψε.

    Δηλαδή σε συνέχεια, μια και έχει κόμματα, εγώ το εκλαμβάνω ότι μιλάει για τα πάθη, που τα διάβασε καλά ο γλύπτης, ώστε ακόμα να επιβιώνουν, εικονισμένα από το χέρι (του γλύπτη) που η καρδιά του Οσυμανδύα είχε θρέψει.

    Ενώ εσύ λες ότι μιλάει για τα πάθη, που τα διάβασε καλά ο γλύπτης, ώστε ακόμα να επιβιώνουν, ενώ το χέρι του Οσυμανδύα τα έχει περιγελάσει και η καρδιά του τα έχει θρέψει.

    Καταλαβαίνω τη σύνδεση που λες ότι ισχύει και που πιθανόν έτσι είναι, γιατί κι εγώ έκανα άλμα για να το συνδέσω όπως το συνέδεσα… αλλά ακόμα δεν μου κολλάει αυτό που σου είπα πριν. Τι σημαίνει δηλαδή «το χέρι που περιγελά» / πώς συνδέεται ως εικόνα με την ποιητική περίοδο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Α. Όσο ξαναδιαβάζω το αγγλικό κείμενο και μπαίνω βαθύτερα μέσα σε αυτό, ανοίγονται άλλες πιθανές ερμηνευτικές μήτρες και συνδέσεις. Και η δική σου απόδοση ευσταθεί, διότι ο εν λόγω στίχος (8) και σε συνέχεια της αναφοράς 1. στο γλύπτη που έκανε σωστή ανάγνωση των παθών του Οσυμανδύα (στίχος 6) και 2. στην αποτύπωση αυτής της ανάγνωσης μέσα από το 'αθάνατο' έργο που μαρτυρά αυτό το γεγονός (στίχος 7), μπορεί ασφαλώς να αφορά τόσο στο χέρι που εικόνισε τα πάθη, δηλαδή στο γλύπτη, όσο και στην καρδιά του βασιλιά που έθρεψε τα πάθη. Και μάλλον τείνω προς τη δική σου απόδοση, διότι διαβάζοντας πολλές φορές το αγγλικό πρωτότυπο οι λέξεις του στίχου 8 με οδηγούν αυτόματα στην ποιητική σύνδεση του γλύπτη με τα πάθη του βασιλιά, αφού και τα δύο πρόσωπα δένονται μοιραία στο συγκεκριμένο ποίημα[…]

    Β. […] Προσπάθησε όμως να το ακούσεις και απ’ τον Κίνγκσλεϋ. Εγώ αυτό έκανα μπας και βγάλω άκρη... αλλά και πάλι δεν μπόρεσα να καταλάβω από τις εκφράσεις του προσώπου του αν τη λέξη mock την προφέρει με κάποια χροιά που σχετίζεται με το «περιγελώ» ή με το «εικονίζω». Μου φαίνεται όμως πως δεν εννοεί «περιγελώ» μια και ενδεχομένως να διαφαινόταν κάποια ειρωνεία στο βλέμμα του […]

    Α. […]Ωστόσο και ασχέτως αν συμφωνώ εν τέλει μαζί σου, σε ένα ποίημα γνωρίζεις ότι οι λέξεις αποκτούν πολυδαίδαλες έννοιες, πλέκονται μεταξύ τους και μεταμορφώνονται, προκειμένου να γεννήσουν εικόνες του νου. Κάλλιστα, λοιπόν, εν προκειμένω θα μπορούσε, πάντα κατά τη γνώμη μου, 'το χέρι που περιγελά' να αποτελεί ένα ποιητικό σχήμα λόγου από το οποίο 'ξεπηδά' η εικόνα της χλεύης, όσο 'τραβηγμένο' και αν φαίνεται εκ πρώτης. Όταν διάβασα αρχικά το ποίημα είδα τον Οσυμανδύα να στέκει επιβλητικός και περιπαικτικός εμπρός μου και η φράση ' το χέρι που περιγελά' μου φάνηκε απολύτως συμβατή και για το λόγο του ότι συνέδεσα την επιλογή των λέξεων με την εξουσία του ενός. Στη δική μου σκέψη δεν προέρχεται τόσο από εκεί η αλλαγή ως προς την επικρατούσα ερμηνεία, αλλά από την ποιητική σύνδεση που βλέπω ανάμεσα στον γλύπτη και τον Οσυμανδύα με τα πάθη του στον εν λόγω στίχο, όπως αναφέρω στο δεύτερο e-mail […]

    Β. […]Το σχετικό προβληματισμό επί του θέματος - πάντως- τις δύο θέσεις δηλαδή και τα όσα μου λες και ανταλλάσσουμε, λέω να τα αναρτήσω ως σχόλιο. Εξάλλου, όπως είπες, το "σημαντικό" δεν είναι αν ή τι ισχύει, όσο το όσα ενδιαφέροντα γεννιούνται.

    Α. […]Δεν έχω καμία αντίρρηση όσον αφορά την ανάρτηση της αλληλογραφίας μας στα σχόλια αν το θες […]

    ΑπάντησηΔιαγραφή